25 Σεπτεμβρίου 2017 ΧΑΡΤΗΣ ΠΛΟΗΓΗΣΗΣ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ

Αναζητήστε στην Πύλη Σύνθετη αναζήτηση

23/05/2008

Αρχαία Νομίσματα.

Δήμος Άργους

Τα πρώτα νομίσματα κόπηκαν προς το τέλος του έβδομου αιώνα στην περιοχή του ανατολικού Αιγαίου και συγκεκριμένα στην Ιωνία, όπως μας το επιβεβαιώνουν οι ανασκαφές στο Αρτεμίσιο της Εφέσου. Οι πρώτες νομισματικές εκδόσεις είναι κατασκευασμένες από ήλεκτρο, ένα φυσικό κράμα χρυσού και αργύρου, που βρισκόταν στην άμμο του Πακτωλού ποταμού, ο οποίος πήγαζε από βουνό της Λυδίας. Οι πρώτες αυτές οι νομισματικές σειρές είναι ανεπίγραφες και οι τύποι που χαράχτηκαν απάνω τους δεν προδίδουν πάντοτε την προέλευσή τους. Η εξέλιξη της νομισματοκοπίας είναι έργο της ελληνικής διανόησης.
Τα αρχαία ελληνικά νομίσματα κατασκευάζονταν στην αρχή από ήλεκτρο, όπως προαναφέραμε, στη συνέχεια από άργυρο, που ήταν και το επικρατέστερο μέταλλο κατά τους πρώτους αιώνες της νομισματοκοπίας, σε ορισμένες περιπτώσεις από χρυσό, και τέλος από χαλκό, που χρησιμοποιήθηκε για την κάλυψη τοπικών αναγκών, κυρίως από τα τέλη του 4ου αιώνα π. Χ. και μετά. Από αυτόν θεωρείται ότι προέκυψαν και οι δύο κύριες και πιο συνηθισμένες νομισματικές μονάδες που έχουν καταγραφεί, ο οβολός και η δραχμή.
Από την παράδοση έγινε αποδεκτό ότι ο οβολός είναι η βασική νομισματική μονάδα και αυτό βασίζεται στο γεγονός ότι η ονομασία του προέρχεται από το σιδερένιο οβελό, δηλαδή τη μαγειρική σούβλα, που ήταν ένα μέσο συναλλαγής, ακριβώς πριν από τη θαυμαστή επινόηση του νομίσματος, προς το τέλος του 7 ου αιώνα π.Χ., όπως προαναφέρθηκε. Η προέλευση του νομισματικού όρου οβολός από το σιδερένιο οβελό φαίνεται πολύ αληθοφανής, ενώ οβολός και οβελός θεωρούνται άμεσα συνδεδεμένοι ως ισοδύναμης αξίας. Πρέπει όμως να διευκρινιστεί ότι η δραχμή, η οποία ισοδυναμούσε με έξι οβολούς, διέφερε στο βάρος από περιοχή σε περιοχή, ανάλογα με τον εκάστοτε σταθμητικό κανόνα που είχε θεσπιστεί.
Οι χαράκτες χάρασσαν δύο σφραγίδες, μία για τον εμπροσθότυπο, δηλαδή την μπροστινή όψη του νομίσματος, και την άλλη για τον οπισθότυπο, όταν βέβαια άρχισαν, από τα μέσα περίπου του 6ου αιώνα π. Χ., να αποκτούν τα νομίσματα και δεύτερο τύπο, στην πίσω πλευρά τους. Ο τεχνίτης θέρμαινε το παρθένο κέρμα, το «πέταλο», δηλαδή το σβώλο του μετάλλου, και με τη βοήθεια μιας λαβίδας το τοποθετούσε πάνω στον άκμονα, όπου ήταν σφηνωμένη η μπροστινή σφραγίδα, ο «ακμονίσκος», δηλαδή η ορειχάλκινη μήτρα του εμπροσθότυπου. Μετά, τοποθετούσε από πάνω το «χαρακτήρα», όπου ήταν χαραγμένη η παράσταση του οπισθότυπου. Με μια σφύρα κτυπούσε στη συνέχεια ο τεχνίτης πάνω στο χαρακτήρα και το παρθένο κέρμα μεταβαλλόταν σε νόμισμα. Τα εργαλεία που χρειαζόταν ήταν απλά: ένας ζυγός για να ζυγίζει τα παρθένα κέρματα, μια γλυφίς (γλύφανο) και ένας στιγεύς για τη χάραξη των παραστάσεων. Τέλος, απαραίτητη ήταν βέβαια μια λαβίδα για να μπορεί ο τεχνίτης να πιάνει το θερμασμένο παρθένο κέρμα (το πέταλο). Η κατασκευή των πετάλων γινόταν είτε με το χύσιμο του μετάλλου σε καλούπια, όπως στην περίπτωση του νομισματοκοπείου της Πάφου, που ανακαλύφθηκε το 1964 στις τόσο σημαντικές ανασκαφές του Κυριάκου Νικολάου, είτε με την κοπή από ράβδους μετάλλου. Ενδεικτικά αναφέρουμε ορισμένες χαρακτηριστικές περιπτώσεις ανεύρεσης μεταλλικών ράβδων και πετάλων: α) στο νομισματοκοπείο της Αθήνας, στη νοτιοανατολική γωνία της Αρχαίας Αγοράς, 6) στις ανασκαφές της Πέλλας, πριν από 35 χρόνια περίπου, ιδιαίτερα στο οικοδομικό τετράγωνο 3, στη θέση όπου βρέθηκε ο μεταλλευτικός κλίβανος, γ) στο Άργος κατά τη διάρκεια ανασκαφικής έρευνας, το 1972 και το 1973, σε ένα μεγάλο κτίσμα από πωρόλιθο το οποίο ταυτίστηκε με ναό, δ) στους Αλιείς της Ερμιονίδας το 1975, κατά τη διάρκεια των ανασκαφών σε κτήριο στη βόρεια πλευρά του τείχους. Η θέση αυτή ταυτίστηκε με το νομισματοκοπείο (Μαντώ Οικονομίδου, Αρχαία Νομίσματα, Εκδοτική Αθηνών).
Στους αρχαίους χρόνους ιδιαίτερη προσοχή δόθηκε στην επιλογή των διαφόρων νομισματικών τύπων, που κατά κανόνα είχαν άμεση σχέση με την πόλη που τους έκοβε. Κάθε πόλη χάραζε πάνω στα νομίσματά της το δικό της έμβλημα, που συνήθως ήταν και το σύμβολο της θεότητας που την προστάτευε, όπως η θεά Ήρα στο Άργος, είχαν δηλαδή τις περισσότερες φορές χαρακτήρα καθαρά θρησκευτικό. Στις περιπτώσεις αυτές η σύνθεση της σφραγίδας δεν μιλούσε παρά για τους θεούς και για τα σύμβολά τους ή για τα σύμβολα της θεοποιημένης πόλης.
Η μυθολογία αποτελούσε αστείρευτη πηγή έμπνευσης για τους αρχαίους χαράκτες και τους παρείχε πλούσιο υλικό για να το εκμεταλλευτούν. Υπήρξαν ιδιαίτερα ευαίσθητοι και εκλεκτικοί στην επιλογή των θεμάτων που απεικόνιζαν στα νομίσματα τους και τις περισσότερες φορές αντλούσαν από τη θρησκεία και τις παραδόσεις τους μορφές και σκηνές που θα καθιερώνονταν ως νομισματικοί τύποι με συμβολικό περιεχόμενο. Ο Goethe, με λίγες χαρακτηριστικές λέξεις, κατόρθωσε να μας δώσει το πραγματικό νόημα που εκφράζεται στις αρχαίες ελληνικές παραστάσεις: «Αυτό είναι ο αληθινός συμβολισμός, όπου το ξεχωριστό και το καθολικό παρουσιάζονται όχι σαν όνειρο και σαν σκιά, αλλά σαν ζωντανή - στιγμιαία φανέρωση του ανεξερεύνητου». Το συγκεκριμένο δηλαδή πρόσωπο δεν είναι ομοίωμα, απεικόνιση, αλλά σύμβολο, έμβλημα της θείας παρουσίασης, είναι ζωντανή πραγματικότητα αλλά και αφηρημένη μεταφυσική ιδέα. Εξάλλου, ο καλλιτέχνης καλείται να διακοσμήσει μια μικρή μεταλλική επιφάνεια, η οποία δεν του δίνει μεγάλες δυνατότητες για άνετη χάραξη. Γι’ αυτό είναι αναγκασμένος να ανατρέξει σε μια συμβολική παράσταση. Η σημασία αυτού του τρόπου επικοινωνίας του χαράκτη με το κοινό θα μπορούσε να μας διαφύγει σε ένα μεγάλο ποσοστό, εάν δεν είχαμε στη διάθεση μας τα διαφωτιστικά κείμενα των αρχαίων συγγραφέων ή τα διάφορα άλλα αρχαιολογικά δεδομένα ή, ακόμα, εάν δεν ανατρέχαμε σε ορισμένες περιπτώσεις και στην ετυμολογία.
Η ποικιλία των τύπων των αρχαίων ελληνικών νομισμάτων είναι πολύ μεγάλη. Όπως χαρακτηριστικά επισημαίνει ο διεθνούς κύρους Γερμανός νομισματολόγος Kurt Regling «υπάρχουν περίπου 30.000 τύποι μόνο για τα αρχαία ελληνικά νομίσματα» (ό.π., σ. 17).
Εκτός από τους νομισματικούς τύπους, που αναφέραμε, οι χαράκτες αντλούσαν και από άλλες περιοχές, εκτός της θρησκευτικής – συμβολικής, που μάλιστα αποκτούσε και πολιτική σημασία, αφού η παράσταση αποτελούσε σύμβολο - μήνυμα για την πόλη και την ιστορία ή την τύχη της.
Γενικά οι νομισματικές παραστάσεις έχουν ως αντικείμενο:
α) την απεικόνιση των θεών και των ιερών συμβόλων τους, όπως προαναφέραμε,
β) τη χάραξη διαφόρων εγχώριων προϊόντων, τα οποία ήταν και πηγή πλούτου και ευημερίας για την πόλη,
γ) τη γραφική παρουσίαση του ονόματος της πόλης, είτε ως λογοπαίγνιο είτε με βάση ένα πραγματικό και ειδικό χαρακτηριστικό, που ήταν και η αιτία της ονομασίας της. Στην τελευταία κατηγορία συγκαταλέγονται τα νομίσματα εκείνα που αποτελούν «λαλούντα σύμβολα»,
δ) διάφορες αγωνιστικές παραστάσεις
ε) τη μορφή των βασιλέων και δυναστών που τα έκοψαν,
στ) διάφορα άλλα επιφανή πρόσωπα που τιμώνται από την πόλη.
Οι Έλληνες εξέφρασαν την καλλιτεχνική τους διάθεση και στα νομίσματα δημιουργώντας αξιόλογες αισθητικές μορφές. Η χαρακτική αποτελεί ένα ακόμη είδος τέχνης, που καλλιέργησαν και ανέδειξαν με πρωτότυπο και πολύπλευρο τρόπο οι Έλληνες χαράκτες, ιδιαίτερα του 5ου και του 4ου αιώνα π. Χ., αξιοποιώντας το ταλέντο και την ευρηματικότητά τους, ακόμη και σε είδη καθημερινής συναλλαγής, τα οποία έχουν, πέρα από την πολιτική – οικονομική και κοινωνική σημασία τους ως ιστορική πηγή, και αισθητική αξία.
Τα ανεπανάληπτα έργα των Ελλήνων χαρακτών είχαν πολύ μεγάλη απήχηση στους μελετητές και ερευνητές της αρχαίας ελληνικής τέχνης του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα, εποχή κατά την οποία ήταν διάχυτη η εντύπωση ότι και αν ακόμα δεν έφθανε ως εμάς κανένα γλυπτό έργο της ελληνικής αρχαιότητας, θα αρκούσαν τα νομίσματά της για να μας αποδείξουν ότι οι αρχαίοι Έλληνες αισθάνθηκαν την έννοια του ωραίου σε τέτοιο βαθμό και έφθασαν σε τόσο υψηλή πνευματική και καλλιτεχνική τελειότητα όσο κανένας άλλος σύγχρονός τους λαός. Ο Francois Lenorman, Γάλλος νομισματολόγος και φιλέλληνας του 19ου αιώνα, είχε πει: «Τα αρχαία ελληνικά νομίσματα είναι παρόμοια με πολλά κομμάτια από τη ζωφόρο του Παρθενώνος» (ό.π., σ. 17).
Στις μετέπειτα δεκαετίες του 20ου αιώνα, η έρευνα αντιμετώπισε τα αρχαία νομίσματα περισσό¬τερο ως ιστορικές και αρχαιολογικές πηγές, ως πολύτιμες μαρτυρίες για τη μελέτη του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού. Πράγματι, η προσφορά τους πολλές φορές είναι καθοριστική για την ανασκαφική έρευνα, όπως και για τη διάσωση της μορφής έργων της αρχαίας γλυπτικής, τα οποία δεν μας είναι γνωστά ούτε και από ρωμαϊκά αντίγραφα, ή ακόμα για τη μελέτη της αρχαίας αρχιτεκτονικής και της μυθολογίας. Τις πολύτιμες αυτές πληροφορίες μάλιστα τις αντλούμε κυρίως από την εικονογραφία των νομισμάτων των μεταγενέστερων χρόνων, όταν το νόμισμα χάνει σιγά σιγά τον καθαρά θρησκευτικό του χαρακτήρα και αρχίζει να γίνεται περισσότερο αφηγηματικό.

προεπισκόπηση εκτύπωσης

Ήχοι - Βίντεο
Δεν υπάρχουν αρχεία ήχου και βίντεο.

Σχετικοί Σύνδεσμοι
Δεν υπάρχουν σχετικοί σύνδεσμοι.

Άλλα Αρχεία
Δεν υπάρχουν αρχεία.

Αρχική

Πελοπόννησος Νομός Αργολίδος>Οικονομία

Γεωργία / Κτηνοτροφία / Αλιεία
Βιομηχανία / Βιοτεχνία / Οικοτεχνία

Εμπόριο / Ναυτιλία / Χρηματοοικονομική Υποστήριξη

ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΕΣ ΤΟΠΟΘΕΣΙΕΣ

Πελοπόννησος
Νομός Αργολίδος
Νομός Αρκαδίας
Νομός Κορινθίας

Ανακοινώσεις της Περιφέρειας